
Πρόκειται για την πολυαναμενώμενη ταινία του Παντελή Βούλγαρη που βγήκε στους κινηματογράφους στις 22 Οκτωβρίου. Το κεντρικό θέμα της ταινίας είναι η αναφορά στην τρίτη χρονιά του Εμφύλιου Πολέμου και στις μάχες που δόθηκαν στην Δυτική Μακεδονία. Οι σκηνές γυρίστηκαν στον νομό Καστοριάς το Φθινόπωρο του 2008.
Με στόχο κυρίως την συναισθηματική φόρτιση του θεατή και όχι τόσο την ρεαλιστική και ιστορική έκβαση των γεγονότων, ο Βούλγαρης δημιουργεί μία αρκετά καλή ταινία (παρά τις πολυάριθμες αρνητικές κριτικές που έχει λάβει). Η προσκόλληση του στην εξιστόρηση δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίπαλες πλευρές κατά τη διάρκεια του πολέμου, μας ωθεί στην καλύτερη κατανόηση τις τότε εποχής και του διχασμού-ξεκληρισμού των οικογενειών με βάση τις πολιτικές τους ιδεολογίες. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο τομέα ο σκηνοθέτης αναλύει μόνο τη μία πλευρά, αυτήν δηλαδή που τα δύο αδέλφια θέλουν να είναι το ένα δίπλα στο άλλο και σε καμία περίπτωση δεν αισθάνεται ο ένας εχθρός του άλλου (αυτό βέβαια δεν ανταποκρίνεται και στην πλήρη αλήθεια, καθώς υπήρχε και η πλευρά όπου συγγενείς πυροβολούσαν άλλους συγγενείς τους). Πολύ σημαντική ήταν η αναφορά του στην υποστήριξη που είχε η Δεξιά από τους Αμερικάνους, όπου και καθόρισαν το τέλος του πολέμου με την χορήγηση των βομβών Ναπάλμ, καθώς και την διαρκή θέληση για υποστήριξη της Αριστεράς από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία και δεν δόθηκε ποτέ.
Ήταν παραπάνω από εμφανές, ότι ο σκηνοθέτης δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να θίξει σε μεγάλο βαθμό ιστορικά στοιχεία, δεν υποστήριξε καμία πολιτική πλευρά και το μόνο που ήθελε ήταν να δώσει την δική του προσωπική άποψη για τον πόλεμο αυτό. Κατά τη διάρκεια που ο θεατής βλέπει την ταινία (ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις), συμμερίζεται την άποψη του Βούλγαρη, ότι ο πόλεμος αυτός δηλαδή ήταν τελείως μα τελείως ανούσιος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια δύο ηθοποιών, σε αυτά του Θανάση Βέγγου που λέει «Δεν είναι πόλεμος ετούτο που μας βρήκε..Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες..Ντροπή είναι» και της κοπελίτσας στο τέλος που λέει «Άραγε να νικήσαμε εμείς?».
Προσωπικά μου θύμισε αρκετά την ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» (Ιρλανδικός Εμφύλιος) και κάποια στοιχεία του «Γη και Ελευθερία» (Ισπανικός Εμφύλιος). Σε όλες τις περιπτώσεις εμφυλίου πολέμου τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Αδέλφια να σκοτώνει το ένα το άλλο, οικογένειες να ξεκληρίζονται, πολιτικές σκοπιμότητες, πολιτικές προδοσίες και όλα αυτά για την εξουσία αρχικά και μετά για την πολιτική ιδεολογία, όπου αυτή υπάρχει και αν υπάρχει. Όταν σταματήσουμε να έχουμε κόμματα και εξουσιαστές τέτοιου είδους, τότε θα μπορέσουμε και να εξασφαλίσουμε την ειρήνη.
Με στόχο κυρίως την συναισθηματική φόρτιση του θεατή και όχι τόσο την ρεαλιστική και ιστορική έκβαση των γεγονότων, ο Βούλγαρης δημιουργεί μία αρκετά καλή ταινία (παρά τις πολυάριθμες αρνητικές κριτικές που έχει λάβει). Η προσκόλληση του στην εξιστόρηση δύο αδελφών που βρίσκονται σε αντίπαλες πλευρές κατά τη διάρκεια του πολέμου, μας ωθεί στην καλύτερη κατανόηση τις τότε εποχής και του διχασμού-ξεκληρισμού των οικογενειών με βάση τις πολιτικές τους ιδεολογίες. Παρόλα αυτά στο συγκεκριμένο τομέα ο σκηνοθέτης αναλύει μόνο τη μία πλευρά, αυτήν δηλαδή που τα δύο αδέλφια θέλουν να είναι το ένα δίπλα στο άλλο και σε καμία περίπτωση δεν αισθάνεται ο ένας εχθρός του άλλου (αυτό βέβαια δεν ανταποκρίνεται και στην πλήρη αλήθεια, καθώς υπήρχε και η πλευρά όπου συγγενείς πυροβολούσαν άλλους συγγενείς τους). Πολύ σημαντική ήταν η αναφορά του στην υποστήριξη που είχε η Δεξιά από τους Αμερικάνους, όπου και καθόρισαν το τέλος του πολέμου με την χορήγηση των βομβών Ναπάλμ, καθώς και την διαρκή θέληση για υποστήριξη της Αριστεράς από τη Σοβιετική Ένωση, η οποία και δεν δόθηκε ποτέ.
Ήταν παραπάνω από εμφανές, ότι ο σκηνοθέτης δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να θίξει σε μεγάλο βαθμό ιστορικά στοιχεία, δεν υποστήριξε καμία πολιτική πλευρά και το μόνο που ήθελε ήταν να δώσει την δική του προσωπική άποψη για τον πόλεμο αυτό. Κατά τη διάρκεια που ο θεατής βλέπει την ταινία (ανεξάρτητα από τις πολιτικές του πεποιθήσεις), συμμερίζεται την άποψη του Βούλγαρη, ότι ο πόλεμος αυτός δηλαδή ήταν τελείως μα τελείως ανούσιος. Αυτό φαίνεται ξεκάθαρα στα λόγια δύο ηθοποιών, σε αυτά του Θανάση Βέγγου που λέει «Δεν είναι πόλεμος ετούτο που μας βρήκε..Έλληνες να τουφεκάνε Έλληνες..Ντροπή είναι» και της κοπελίτσας στο τέλος που λέει «Άραγε να νικήσαμε εμείς?».
Προσωπικά μου θύμισε αρκετά την ταινία «Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι» (Ιρλανδικός Εμφύλιος) και κάποια στοιχεία του «Γη και Ελευθερία» (Ισπανικός Εμφύλιος). Σε όλες τις περιπτώσεις εμφυλίου πολέμου τα αποτελέσματα είναι τραγικά. Αδέλφια να σκοτώνει το ένα το άλλο, οικογένειες να ξεκληρίζονται, πολιτικές σκοπιμότητες, πολιτικές προδοσίες και όλα αυτά για την εξουσία αρχικά και μετά για την πολιτική ιδεολογία, όπου αυτή υπάρχει και αν υπάρχει. Όταν σταματήσουμε να έχουμε κόμματα και εξουσιαστές τέτοιου είδους, τότε θα μπορέσουμε και να εξασφαλίσουμε την ειρήνη.